Μπάμπης Κούτρας-Πρώτο Θέμα_

Η ιστορική πτώση επιτοκίου του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου κάτω από το 1% έχει δύο όψεις. Από τη μία επιβεβαιώνει την αξιοπιστία Μητσοτάκη και δημιουργεί ισχυρές προσδοκίες για το μέλλον και από την άλλη αφαιρεί κάθε άλλοθι από την κυβέρνηση στην περίπτωση κατά την οποία κάτι πάει στραβά τους επόμενους μήνες ή τα χρόνια που ακολουθούν. Και αυτό γιατί όταν μετά από δέκα χρόνια μνημόνια, το πρόβλημα δανεισμού της χώρας έχει αντιμετωπιστεί με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, δικαιολογίες δεν υπάρχουν.

Από δω και μπρος είναι απόλυτη ευθύνη της κυβέρνησης να αξιοποιήσει τις βελτιωμένες δανειοληπτικές ικανότητες της χώρας και να τις μετουσιώσει σε αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, δηλαδή σε περισσότερες δουλειές και καλύτερα αμειβόμενες προς όφελος των εργαζομένων, των επιχειρήσεων, της εθνικής οικονομίας και διά αυτής των συνταξιούχων, των οικονομικά ασθενέστερων και του λεγόμενου κοινωνικού κράτους.

Το παλιό πολιτικό και δημοσιογραφικό κλισέ «οι αριθμοί ευημερούν, αλλά οι πολίτες πεινάνε» ξανάρχεται στο προσκήνιο και η κυβέρνηση πρέπει να αποφύγει πάση θυσία την παγίωσή του στο σήμερα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη καταγράφει ως τώρα σημαντικές επιτυχίες, δείχνει εντυπωσιακή προσήλωση στους βασικούς της στόχους, κινείται με σχετική ταχύτητα και φαίνεται πολιτικά ώριμη. Φυσικά ούτε τα προβλήματα λείπουν, ούτε τα λάθη. Μαθαίνει όμως γρήγορα και βελτιώνεται. Στο Μεταναστευτικό-Προσφυγικό, που αυτή τη στιγμή μοιάζει να είναι το βασικό πρόβλημα, έγιναν οι απαραίτητες αλλαγές και μέχρι να φτάσουμε στις κάλπες η κατάσταση θα έχει εξομαλυνθεί σε μεγάλο βαθμό. Στα εθνικά ακολουθεί μια πολιτική χαμηλών τόνων, δεν αναμένονται ούτε εντυπωσιακές λύσεις στα προβλήματα με την Τουρκία, αλλά ούτε και ήττες. Εξάλλου, είναι ελάχιστες οι φορές στη σύγχρονη Ιστορία που τα εθνικά θέματα προσδιόρισαν την επιτυχία ή την αποτυχία μιας κυβέρνησης.

Είναι γνωστό ότι όλα τελικά κρίνονται στην οικονομία και στα προβλήματα της καθημερινότητας, ενώ σημασία έχει το συνολικό πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει η κυβέρνηση. Το στοίχημα επομένως είναι πώς θα μπορέσει να βάλει μπροστά την οικονομία. Και εδώ φαίνεται να υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες. Τα επιτόκια δανεισμού πέφτουν, οι φόροι σε κάποιο βαθμό έχουν μειωθεί για τις επιχειρήσεις, αλλά μεγάλες νέες δουλειές δεν φαίνονται στον ορίζοντα. Οι εγχώριοι επενδυτές διστάζουν να βάλουν το χέρι στην τσέπη, προτιμούν τη σιγουριά του κρατικοδίαιτου και οι ξένοι εξακολουθούν να το σκέφτονται. Προτιμούν να ασχοληθούν με ρετάλια του Δημοσίου που βγαίνουν ξανά προς ιδιωτικοποίηση, παρά να επενδύσουν σε νέους, μοντέρνους και αποδοτικούς τομείς, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με ό,τι έγινε στην Ιρλανδία μετά την αντίστοιχη κρίση.

Η οικονομία είναι πάνω απ’ όλα θέμα ψυχολογίας και από αυτή την άποψη η κυβέρνηση δεν μπορεί να βρει καταλληλότερη στιγμή. Είναι υποχρεωμένη τώρα και όσο ακόμη υπάρχει χρόνος να τρέξει προς τα εμπρός. Η οικονομία χρειάζεται νέες επενδύσεις για να μπορέσει και η κοινωνία να επιστρέψει σύντομα στην κανονικότητα. Δεν μπορείς από τη μία πλευρά να πανηγυρίζεις -και δικαίως- για τα χαμηλά επιτόκια, αλλά από την άλλη να απειλούνται με πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας χιλιάδες οικογένειες. Προφανώς πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, αλλά ο πολίτης που χάνει το σπίτι του δεν μπορεί να κατανοήσει αυτή τη διαφορά. Καλές οι παραινέσεις του κ. Σταϊκούρα προς τις τράπεζες, αλλά μετά τι;

Η αναβάθμιση των ελληνικών ομολόγων από τους οίκους αξιολόγησης, η διαφαινόμενη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι τα επόμενα θετικά βήματα που περιμένουμε. Τίποτε όμως δεν έχει σημασία αν όλα αυτά δεν περάσουν στην πραγματική οικονομία, δηλαδή στην τσέπη του πολίτη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.