Πέπη Ραγκούση-in.gr

Πού να οφείλεται άραγε; Πού να φυτρώνει και να καρποφορεί αυτή η μικροψυχία; Μήπως σε εκείνες τις σκοτεινές περιοχές του θυμικού που κάνει τον «μικρό» να πιστεύει ότι βρίζοντας τον «μεγάλο», ο «μεγάλος» θα μικρύνει κι έτσι ο ίδιος, ο πολύ κοντά στο τίποτα, θα φαίνεται μεγαλύτερος; Στην ανάγκη της απαξίωσης για ό,τι δεν χωράει στα τοσοδούλικα (ή τόσο δουλικά;) ιδεολογικά κουτάκια; Στην τοξικότητα του μίσους πάνω στην οποία πάτησε ο ΣΥΡΙΖΑ για να αναρριχηθεί στην εξουσία και την οποία επιστρατεύει και τώρα μήπως και καταφέρει να κάνει αντιπολίτευση; Πού ήταν κρυμμένο αυτό το δηλητήριο που ξεχύθηκε το βράδυ της περασμένης Κυριακής από τα στρατευμένα πληκτρολόγια; Και τι το απελευθέρωσε; Να φταίει και πάλι η τουρκοκρατία; Η ενδοδιαδικτυακή λοίμωξη;

Μια εβδομάδα από το βράδυ που ο Στέφανος Τσιτσιπάς έφτασε στην κορυφή του παγκόσμιου τένις, και φτάνει έως εδώ ο αντίλαλος από τα τύμπανα του πολέμου εναντίον του. Ακόμη και από δημοσιογράφους που δεν είχαν καν το στοιχειώδες φιλότιμο ή την ελάχιστη ευαισθησία να κρατήσουν τα δεοντολογικά προσχήματα. Σκέτο μένος όχι μόνο για τον κορυφαίο αθλητή αλλά και για όσους «τολμήσαμε» να χαρούμε για τη νίκη του κορυφαίου αθλητή. Δικαστήριο συναισθημάτων, εγκλωβισμός στη δαιμονοποίηση του «άλλου», ανικανότητα ένταξης και προσαρμογής σε ό,τι αποκαλούμε «κοινή ζωή», αυτό, δηλαδή, που ενώνει, έστω και στιγμιαία μια κοινωνία απέναντι σε μια επιτυχία ή σε ένα κίνδυνο. Πρόκειται για βαριά ασθένεια, για κοινωνική αναπηρία.

«Το εθνικό σπορ των Ελλήνων δεν είναι το ποδόσφαιρο. Είναι η απαξίωση, η αμφισβήτηση και η συκοφάντηση των άλλων, ειδικά όταν κάνουν κάτι σημαντικό» έχει πει ο Γιάννης Τσαρούχης. Νομίζω ότι, αν ζούσε σήμερα, θα μελαγχολούσε καθώς θα διαπίστωνε ότι κάποιοι προσπαθούν να ιδεολογικοποιήσουν αυτό το ποταπό συναίσθημα. Να του δώσουν έρεισμα. Μέσα από «αθώες» αναρωτήσεις όπως «Είναι κανονικοί άνθρωποι αυτοί που πανηγυρίζουν για τον Τσιτσιπά; Δουλεύουν κάπου; Εχουν παιδιά; Οδηγούν αυτοκίνητο; Πάνε για μπάνιο στη θάλασσα;» (αυτολεξεί). Ή σοφιστείες περί του ασύμβατου να νιώσεις χαρά για τη νίκη ενός συμπατριώτη σου επειδή «ο τύπος παίζει ένα ατομικό άθλημα, παίζει για πάρτη του και κερδίζει και κάτι μύρια».

Γιατί πόνεσε τόσο πολύ η νίκη του Τσιτσιπά τη διαδικτυακή πολιτοφυλακή της αντιπολίτευσης; Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έβγαλε μια συγχαρητήρια ανακοίνωση, αυτό που, έστω και άγαρμπα, έκανε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας;

Διότι οι Τσιτσιπάδες αυτού του κόσμου – όσοι αγωνίζονται για να πετύχουν τους στόχους τους, όσοι «ματώνουν» από την προσπάθεια, όσοι βασίζονται μόνο στις δυνάμεις τους για να καταξιωθούν – χαλάνε το αφήγημα του κομματικού σωλήνα. Αυτό που έκανε τη Νοτοπούλου και την Αχτσιόγλου υπουργούς, τον Ηλιόπουλο υφυπουργό και υποψήφιο δήμαρχο. Ναι, οι άνθρωποι μισούν όσους τους ξεβολεύουν από τις βεβαιότητές τους, όσους ανοίγουν ένα παράθυρο σε μια άλλη πραγματικότητα. Και ας μη βαυκαλίζονται οι «αντιτσιτσιπάδες». Η αφετηρία της εμπάθειάς τους είναι ακριβώς ίδια με αυτήν των σουβλακοφάγων των Διαβατών. Ακριβώς όμως.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.