Υπερκαλύπτεται ο δημοσιονομικός στόχος του 2019 για πρωτογενές πλεόνασμα στο 3,5% του ΑΕΠ, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι θα φτάσει στο 3,8% του ΑΕΠ. Για το 2020 και το 2021 εκτιμά ότι διασφαλίζεται επίσης ο δημοσιονομικός στόχος.

Στο 2,3% βάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον πήχη για την ανάπτυξη της Ελληνικής οικονομίας το 2020, όπως προκύπτει από τις Φθινοπωρινές Προβλέψεις που ανακοίνωσε χθες. Παράλληλα, επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα θα πετύχει τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα τόσο φέτος, φθάνοντας το 3,8% του ΑΕΠ, όσο και την προσεχή χρονιά. «Η Ελλάδα θα πετύχει μεγάλο πλεόνασμα για το 2020, όντας συνεπής με τις δεσμεύσεις της ενισχυμένης εποπτείας», τόνισε ο Επίτροπος Οικονομικών Pierre Moscovici, παρουσιάζοντας τα στοιχεία.

Η πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2020 είναι οριακά βελτιωμένη σε σχέση με την καλοκαιρινή πρόβλεψη της Κομισιόν (2,2%), αλλά αισθητά χαμηλότερη από την πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,8% στην οποία βασίζεται το προσχέδιο προϋπολογισμού του 2020. Παρόλα αυτά, όπως τόνιζαν χθες κοινοτικές πηγές, η εν λόγω διαφορά δεν επηρεάζει αρνητικά την έγκριση του προσχεδίου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ούτε την επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, η οποία θεωρείται από τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς δεδομένη τόσο για το 2019 όσο και για το επόμενο έτος.

Στις Φθινοπωρινές Προβλέψεις η Κομισιόν εκτιμά μάλιστα ότι φέτος το πρωτογενές πλεόνασμα θα φθάσει το 3,8%, εφόσον οι δαπάνες Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) της ΔΕΗ καλυφθούν από το αποθεματικό του προϋπολογισμού και δεν υπάρξει πρόσθετο πακέτο κοινωνικών μέτρων. Η Κομισιόν φαίνεται πως έχει ενημερωθεί για την πρόθεση της κυβέρνησης να δώσει κοινωνικό μέρισμα στο τέλος του έτους, αλλά διατυπώνει την επιφύλαξη αυτή επειδή, όπως αναφέρει, τα σχετικά σχέδια «δεν ανακοινώθηκαν με επαρκείς λεπτομέρειες».

Η Επιτροπή κρατά ακόμα μια επιφύλαξη για την επίπτωση των δικαστικών αποφάσεων αναφορικά με τα αναδρομικά των συνταξιούχων, μολονότι υπογραμμίζει τη δέσμευση της κυβέρνησης να καλύψει τον πιθανό δημοσιονομικό αντίκτυπο της πρόσφατης απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον νόμο Κατρούγκαλου «μέσα στα πλαίσια των συμφωνημένων οροφών δαπανών του Υπουργείου Εργασίας». Σημειώνεται επίσης ότι πρόσθετη δημοσιονομική πίεση μπορεί να προκύψει από τις παλαιότερες πρωτοβουλίες (της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ) που επηρέασαν το Ενιαίο Μισθολόγιο του Δημοσίου και από τον αυξημένο αριθμό συμβασιούχων.

Η Κομισιόν επικροτεί το πακέτο φοροελαφρύνσεων και άλλων θετικών μέτρων που σχεδίασε η κυβέρνηση για το 2020, σημειώνοντας ότι, πέρα από τις μειώσεις φόρων για επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα και τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, συνοδεύεται από μέτρα που στηρίζουν την αύξηση της είσπραξης έμμεσων φόρων (μέσω της ενίσχυσης των ηλεκτρονικών πληρωμών) και την αναθεώρηση των οροφών δαπανών του προϋπολογισμού.

Για τη φετινή χρονιά η Επιτροπή εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί στο 1,8%, έναντι εκτίμησης για 2,1% το καλοκαίρι, ενώ για το 2021 προβλέπει ανάπτυξη 2%.

Η Επιτροπή περιμένει «θετικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη από τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, εν μέσω αντίξοων εξωτερικών συνθηκών» που συνδέονται με την επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης στην ευρωζώνη. Υπογραμμίζει δε ότι η αλλαγή στο μείγμα φορολογικής πολιτικής, σε συνδυασμό με τα μέτρα κοινωνικής πολιτικής, «αναμένεται να στηρίξουν τις επενδύσεις και την απασχόληση». Τονίζει, ωστόσο, ότι πιθανοί καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη προκύπτουν από τη διαρκή υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ). Στον αντίποδα, υπάρχουν προοπτικές ισχυρότερης ανάπτυξης που συνδέονται με τη σημαντική βελτίωση του επιχειρηματικού και του καταναλωτικού κλίματος, «η οποία δεν έχει όμως ακόμα μεταφραστεί σε σημαντική αύξηση των δαπανών». Περαιτέρω ανάκαμψη του ΑΕΠ μπορεί να προκύψει από τη βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση και τον τραπεζικό δανεισμό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.