Πρωτοφανής είναι η φετινή κινητοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής μέσω της μη έκδοσης αποδείξεων. Η φορολογική διοίκηση απαλλαγμένη από χρόνια βαρίδια, όπως ήταν η εναρμόνιση των ελέγχων με τον πολιτικό και εκλογικό κύκλο (π.χ. η εξασθένιση των ελέγχων κατά την προεκλογική περίοδο), έχει ρίξει στη μάχη της απόδειξης πολυάριθμους ελεγκτές σε όλη την Ελλάδα, οι οποίοι πλέον είναι εφοδιασμένοι και με πρόσθετη νομική προστασία. Με πρόσφατη διάταξη, για την οποία είχε γράψει πρώτο το Capital.gr, έχουν εξισωθεί νομικά με τους αστυνομικούς και τους λιμενικούς. Οποιαδήποτε παρενόχληση των ελεγκτών κατά την  εκτέλεση του έργου τους αποτελεί ιδιώνυμο αδίκημα και αντιμετωπίζεται πολύ αυστηρά από τη νομοθεσία.

Ο έλεγχος, όμως, της έκδοσης των αποδείξεων δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Είναι ουσιαστικά μια μάχη, ένας αγώνας μεταξύ των ελεγχόμενων και των ελεγκτών για την αντιμετώπιση της “ευφυΐας” και ικανότητας των πρώτων πάνω στο σπορ της μη έκδοσης των αποδείξεων και της απόκρυψης εισοδημάτων. Οι ελεγκτές, κατόπιν ειδικών οδηγιών που έχουν λάβει από παλαιότερους και πιο έμπειρους ελεγκτές εφαρμόζουν πλέον συγκεκριμένες τεχνικές για να εντοπίσουν τη μη έκδοση αποδείξεων. Οι κυριότερες από αυτές, σύμφωνα με γνώστες των διαδραματιζόμενων στον ελεγκτικό μηχανισμό, είναι οι εξής:

  1. Η προσποίηση του πελάτη και η αιφνιδιαστική εμφάνιση. Μπορεί στις αρχές του 2015 να είχε προκαλέσει θυμηδία η ιδέα που είχε κυκλοφορήσει στο υπουργείο Οικονομικών για “καλωδίωση” νοικοκυρών και φοιτητών που θα κατέγραφαν, προσποιούμενοι τους πελάτες, με κρυφή κάμερα όσους δεν εκδίδουν αποδείξεις, όμως πλέον η προσποίηση του πελάτη είναι μια πολύ συνηθισμένη και αποτελεσματική μέθοδος για την καταγραφή της μη έκδοσης αποδείξεων. Εφοριακοί φορώντας βερμούδες και μαγιό περνούν μερικές ώρες σε ξαπλώστρα ή ταβέρνα και παρακολουθούν αν  εκδίδονται αποδείξεις. Όταν διαπιστώσουν το μέγεθος της φορολογικής παραβατικότητας αποκαλύπτουν την ιδιότητά τους και επιβάλλουν πρόστιμα και λουκέτα
  2. Ο εντοπισμός του “μπουτόν πανικού”. Επειδή με την αποκάλυψη της ταυτότητας των ελεγκτών ορισμένοι επιτήδειοι πατούν το λεγόμενο κουμπί πανικού και εκδίδονται μαζικά οι αποδείξεις που δεν είχαν εκδοθεί τις προηγούμενες ώρες, οι ελεγκτές φροντίζουν να αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους κοντά στις συσκευές έκδοσης των αποδείξεων. Έτσι διαπιστώνουν αν με την αποκάλυψη της ταυτότητάς τους εκδίδονται μαζικά αποδείξεις μέσα σε διάστημα μερικών λεπτών
  3. Ο εντοπισμός παράνομων POS που είναι συνδεδεμένα με τραπεζικούς λογαριασμούς του εξωτερικού. Οι ελεγκτές εμφανίζονται ως τουρίστες από το εξωτερικό και ζητούν να πληρώσουν με κάρτα γνωρίζοντας ότι με αυτήν την μεθόδευση είναι πιθανότερο να εμφανιστεί το “ξένο” και παράνομο POS. Όταν πληρώσουν με κάρτα ελέγχουν από την απόδειξη του POS που θα λάβουν αν το POS είναι “ελληνικό” ή ξένο. Σημειώνεται ότι βάση της νομοθεσίας των capital controls είναι παράνομη η εκκαθάριση συναλλαγών καρτών με συστήματα πληρωμών που είναι συνδεδεμένα με τραπεζικούς λογαριασμούς του εξωτερικού. Η χρήση αυτών των συσκευών δίνει τη δυνατότητα στους ελεγχόμενους να παρακάμπτουν τα capital controls (π.χ. όριο αναλήψεων μετρητών) ενώ δεν καταγράφονται και οι εισπράξεις τους στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και δεν εντοπίζονται τα έσοδα από τις φορολογικές αρχές
  4. Ο εντοπισμός ταμειακών μηχανών μαϊμού ή ταμειακών που έχουν καταχωρηθεί από άλλες επιχειρήσεις. Ακόμη και όταν εκδίδεται απόδειξη δεν σημαίνει ότι ο ελεγχόμενος είναι εντάξει. Οι ελεγκτές μέσω ειδικής εφαρμογής στα κινητά τους τηλέφωνα ελέγχουν αν η απόδειξη έχει εκδοθεί από νόμιμη ταμειακή μηχανή και όχι αδήλωτη. Επίσης, ελέγχουν αν η ταμειακή μηχανή που είναι νόμιμη ανήκει στην ελεγχόμενη επιχείρηση και όχι σε κάποια άλλη που έχει διαφορετική έδρα. Έχει παρατηρηθεί να εκδίδονται αποδείξεις από επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αδράνεια και ο υποτιθέμενος επιχειρηματίας έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί. Με αυτόν τον τρόπο τα έσοδα καταγράφονται σε εξαφανισμένο επιχειρηματία και έτσι η εφορία δεν μπορεί να καταλογίσει τον ΦΠΑ και άλλους φόρους.
  5. Η εμφάνιση των ελεγκτών από την αρχή της ημέρας και η εγκατάστασή τους δίπλα από τις ταμειακές μηχανές. Στο τέλος της ημέρας διαπιστώνεται το σύνολο του τζίρου που έχει πραγματοποιηθεί λόγω της έκδοσης αποδείξεων για όλες τις καταναλώσεις. Ο ημερήσιος αυτός τζίρος συγκρίνεται με τον τζίρο που έχει καταγραφεί μέσω των ταμειακών μηχανών τις αντίστοιχες προηγούμενες ημέρες και έτσι διαπιστώνεται αν έχει γίνει απόκρυψη εισοδημάτων. Η συνέχεια είναι έλεγχοι και επιβολή προστίμων και λουκέτων.

Στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι δεν έχουν εκδοθεί αποδείξεις θα επιβάλλονται στους παραβάτες τα εξής:

  • Πρόστιμο ίσο με το 50% επί του φόρου που θα προέκυπτε από την έκδοση της απόδειξης. Το ποσό του προστίμου, όμως, δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από 250 ευρώ ανά έλεγχο για τις επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικά βιβλία και 500 ευρώ για τις επιχειρήσεις που τηρούν διπλογραφικά βιβλία.
  • Στην περίπτωση που μια επιχείρηση εντοπισθεί να μην εκδίδει αποδείξεις εντός 5ετίας από τη διαπίστωση της αρχικής παράβασης, τότε επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 100% του φόρου που εμπεριέχεται στην απόδειξη που δεν εκδόθηκε με ελάχιστο τα 500 ευρώ εφόσον τηρούνται απλογραφικά βιβλία και 1.000 ευρώ εφόσον τηρούνται διπλογραφικά βιβλία.
  • Εφόσον υπάρξει νέα υποτροπή εντός 5ετίας από την πρώτη παράβαση το πρόστιμο ανέρχεται στο 200% του φόρου που εμπεριέχεται στην απόδειξη με ελάχιστο τα 1.000 ευρώ για απλογραφικά βιβλία και τα 2.000 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία.
  • Εφόσον από τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι δεν έχουν εκδοθεί δέκα ή περισσότερες αποδείξεις ή η αξία των αποδείξεων που δεν εκδόθηκαν ξεπερνά τα 500 ευρώ τότε επιβάλλεται παράλληλα και η ποινή της 48ωρης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης. Μάλιστα εφόσον υποτροπιάσει η επιχείρηση η ποινή του λουκέτου επιβάλλεται έως και για δέκα ημέρες.
  • Για την παραποίηση λογισμικού των ταμειακών μηχανών επιβάλλεται πρόστιμο από 5.000 έως 20.000 ευρώ.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.