Η Ελλάδα με το “μαξιλάρι” των 24 δισ. ευρώ  καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του δημοσίου για τα επόμενα δυο χρόνια. Με βάση τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης η κατάσταση αυτή θα ήταν ικανή να καθησυχάσει τις αγορές, να επιτρέψει στο ελληνικό δημόσιο ομολογιακές εκδόσεις, να εξασφαλίσει μέσω της δημοσιονομικής σταθερότητας την προσέλκυση επενδύσεων οι οποίες θα φέρουν οικονομική ανάπτυξη.

Τίποτα, απ’ όλα τούτα δεν συμβαίνει… Τo επιτόκιο του 10ετούς αντί να έχει το 2 μπροστά έχει το 4 και η θρυλούμενη εδώ και μήνες έξοδος στις αγορές αναβάλλεται από μήνα σε μήνα… Τα capital controls παραμένουν σε ισχύ, το χρηματιστήριο βολοδέρνει στις 750 μονάδες και οι τραπεζικές μετοχές βρίσκονται κάτω από τις τιμές της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης.

Το μεγαλύτερο “Fake News” της δεκαετίας είναι η επιστροφή της Ελλάδας στην κανονικότητα.

Θα προσπαθήσω να καταδείξω  τι συμβαίνει όχι με οικονομικούς αλλά απλοϊκούς ευρύτερα κατανοητούς “γεωργοκτηνοτροφικούς” όρους.

Αν η Ελλάδα ήταν αγρόκτημα που παράγει σιτάρι θα παρουσίαζε αυτή τη στιγμή  πλεόνασμα σίτου. Τούτο όμως όχι γιατί είχε θερίσει την παραγωγή και είχε κρατήσει στην άκρη τον σπόρο που θα ρίξει το φθινόπωρο για τον επόμενο θερισμό.

Θα είχε επάρκεια και πλεόνασμα γιατί αδειάζει τις αποθήκες από τους σπόρους που έχει διαθέσιμους για να σπείρει την επόμενη χρονιά.

Αυτός που θέλει να κάνει μια επένδυση στην Ελλάδα δεν βλέπει απλώς τα θηριώδη αχρείαστα πλεονάσματα αλλά βλέπει πως αυτά δεν προέρχονται από μια οικονομία που καλπάζει αλλά μια οικονομία που είναι σε στασιμότητα.

Όταν η οικονομία είναι σε στασιμότητα, τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού μπορεί να προκύψουν μόνο από την υπερφορολόγηση των καταθέσεων.

Όταν τα εισοδήματα δεν επαρκούν για να ζήσει κάποιος έχοντας πληρώσει τους φόρους, αρχίζει να βάζει χέρι στις καταθέσεις. Αν οι καταθέσεις τελειώσουν αρχίζει να ξοδεύει λιγότερα και να μην πληρώνει όλους τους φόρους. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο αυξάνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και μειώνεται η κατανάλωση.

Όταν η δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης παράγει υπερπλεόνασμα σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας, μέρος του οποίου αναδιανέμει ως επίδομα, επί της ουσίας δημεύει τις καταθέσεις αυτών που εργάζονται και τις μοιράζει ως επιδόματα σε αυτούς που δεν εργάζονται.

Η μεγαλύτερη ζημιά δεν είναι η δημιουργία προϋποθέσεων χρεοκοπίας της οικονομίας αλλά τα κίνητρα που δημιουργεί και λίγοι που εργάζονται να επιδιώκουν να γίνουν επιδοματίες  κρατικοδίαιτοι.

Οι καταθέσεις σε μια οικονομία παίζουν τον ρόλο που παίζει η ποσότητα του σταριού που κρατιέται στις αποθήκες για την επόμενη σπορά. Σε οποιαδήποτε γεωργική κοινότητα του παρελθόντος θα προτιμούσαν να πεινάσουν για λίγους μήνες για να έχουν το Φθινόπωρο σιτάρι να σπείρουν, παρά να ανοίξουν τις αποθήκες και να μοιράσουν τα γεννήματα της  σποράς των επόμενων χρόνων.

Αν κοιτάξει κάποιος την πορεία των οικονομικών δεικτών τα τελευταία χρόνια θα διαπιστώσει πως η ανάκαμψη των εξαγωγών είναι “φθισική” αφού μετά από 8 χρόνια μεταρρυθμίσεων και λιτότητα μόλις που ξεπερνούν τα προ κρίσης επίπεδα, τα οποία ήταν ανεπαρκή. Το ΑΕΠ παραμένει σε τέλμα.

Τη χειρότερη εικόνα παρουσιάζουν όμως οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Όπως μπορείτε να δείτε στο γράφημα που δημοσίευσε ο Economist πριν λίγες μέρες με τίτλο “Καμιά ελπίδα για την Ελλάδα”, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου παραμένουν με βάση το 100 το 2007 κάτω από το 40. Θα μπορούσαμε να ελπίζουμε πως έχουμε βάλει τις βάσεις να βγούμε από την κρίση αν βρισκόταν σήμερα πολύ πάνω από το 100.

Αν η χώρα ήταν αγρόκτημα, οι  ακαθάριστες επενδύσεις μοιάζουν με το σιτάρι που έχουμε σπείρει και περιμένουμε να θερίσουμε. Αν δεν έχεις σπείρει, ξοδεύεις τα “γεννήματα” για να πάρεις ψήφους, πώς περιμένεις να θερίσεις;

   Του Κώστα Στούπα – capital.gr   

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.