Νίκος Κωνσταντάρας – Καθημερινή_

Από τα λίγα θετικά που θα αφήσει στο πέρασμά της αυτή η κυβέρνηση είναι ότι με τα λόγια και τις πράξεις της ανάγκασε πολλούς από εμάς να αναθεωρήσουμε πράγματα που είτε πιστεύαμε –όπως, για παράδειγμα, το «ηθικό πλεονέκτημα» μιας ή άλλης ομάδας– ή που τα παίρναμε ως δεδομένα και δεν τα σκεφτόμασταν – όπως η ανάγκη της αριστείας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, σε αγαστή συνέργεια με τους Ανεξάρτητους Ελληνες, έφερε το ζήτημα της αριστείας –ή μάλλον της αντίληψης για την αριστεία– στο προσκήνιο με τη μνημειώδη εξίσωση «αριστεία ίσον ρετσινιά», με την ανεξάντλητη πασαρέλα φαιδρών προσώπων σε υψηλά αξιώματα, με την ανατροπή βασικών παραδοχών της κοινωνίας – όπως η ίσως γραφική αντίληψη ότι οι κάτοικοι, έμποροι και επισκέπτες των Εξαρχείων δικαιούνται προστασία από επιθετικές μειοψηφίες.

Οι ιδεολόγοι της ισοπέδωσης στο όνομα της ισότητας, όμως, δεν υποκρίνονται μόνο στο ότι ξεχωρίζουν και φροντίζουν τα δικά τους παιδιά, φίλους και συμφέροντα (όπως έπρατταν και προηγούμενες κυβερνήσεις), αλλά στο ότι επιμένουν ότι αυτοί είναι διαφορετικοί. Δηλαδή, έχοντας καταλάβει τα υψώματα της ηθικής και της δικαιοσύνης, απορρίπτουν κάθε κριτική φωνή ως ύποπτη και υποβολιμαία. Εδώ είναι η πρώτη γραμμή στη μάχη κατά της αριστείας: εάν υπάρχουν άριστοι, αυτοί κάποια στιγμή θα αποτελέσουν απειλή σε αυτούς που μόνο επίτευγμά τους είναι η κομματική αναρρίχηση και η αριστοτεχνική χρήση του ψεύδους. Η αριστεία, επειδή «χτίζεται» μέσα από επίπονη προσωπική προσπάθεια, χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα υλικά, αποκτά ένα ειδικό κύρος και βάρος· ο άριστος –είτε αθλητής, είτε επιχειρηματίας, είτε ποιητής– είναι ξεχωριστός ή ξεχωριστή. Μπορεί να εξαργυρώσει, να δανείσει αυτή την «προστιθέμενη αξία» σε κόμματα και κινήματα, αλλά πάντα θα εκπροσωπεί κάτι που δεν εξαρτάται από την εύνοια (ή την απροσεξία) του αρχηγού ή του κόμματος. Και αν ο επιτυχημένος αποκτήσει διεθνές κύρος, η απειλή για την εγχώρια τάξη είναι ακόμη μεγαλύτερη. Αυτό που οι φοβισμένοι κλειδοκράτορες δεν μπορούν να αποδεχτούν είναι ότι –στις περισσότερες, αν όχι σε όλες τις περιπτώσεις– ο άνθρωπος που έχει ξεχωρίσει και έχει αναγνωριστεί η προσφορά του νοιάζεται περισσότερο για την πρόοδο της κοινωνίας από την οποία προέρχεται απ’ ό,τι αυτοί που, χωρίς να κάνουν θυσίες, χαίρονται τις απολαύσεις της επιτυχίας. Επειδή δεν έχει τίποτα να ζηλέψει.

Ο φόβος και ο φθόνος πάνε χέρι χέρι. Οσο πιο εξαρτημένος είναι κανείς από δυνάμεις που δεν ελέγχει, τόσο πιο πολύ φοβάται ότι κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση του. Μπορεί να αντιδράσει όπως ο Ηρώδης ή, όπως έχουμε δει σε καθεστώτα όπου είναι έντονες οι φυλετικές και ταξικές διαφορές, καταδικάζοντας τα παιδιά μιας ομάδας σε χαμηλότερο επίπεδο παιδείας. Σε χώρες όπου τέτοιες διαφορές δεν είναι τόσο φανερές ο κίνδυνος μπορεί να αφορά τους περισσότερους νέους: εάν απαξιωθεί η δημόσια εκπαίδευση, θα υπάρχει πάντα η ιδιωτική ή η φοίτηση στο εξωτερικό για όσους μπορούν να πληρώσουν, ενώ οι υπόλοιποι θα μένουν πίσω.

Στη χώρα μας, ενώ το υλικό –οι μαθητές και καθηγητές– είναι αρίστης ποιότητας, στο όνομα μιας απλοϊκής αντίληψης της «ισότητας», καταργούνται ευκαιρίες για κάποιους να εκμεταλλευτούν όλες τις δυνατότητές τους (όπως δείχνει η κατάργηση των εξετάσεων για είσοδο σε πειραματικά σχολεία). Αυτό δεν σημαίνει ότι τα δημόσια σχολεία δεν είναι καλά, αλλά διακρίνουμε έναν φόβο μήπως κάποιοι νέοι βρουν τρόπο να ξεχωρίσουν μέσα στο δημόσιο σύστημα. Για έναν λαό που διακρίνεται για τη φιλομάθεια, την περιέργειά του για τα πάντα και για την ευρηματικότητά του, είναι κρίμα να μην προσφέρονται περισσότερες ευκαιρίες στους νέους να διακριθούν – από την άρτια τεχνική εκπαίδευση έως τη χρηματοδότηση της έρευνας. Οταν πριν από μία-δύο γενιές τα μικρότερα αδέλφια δούλευαν στο μεροκάματο για να σπουδάσουν τον μεγαλύτερό τους αδελφό, ώστε ένας τουλάχιστον να ξεκολλήσει από την εξάρτηση από τη γη και να βοηθήσει την υπόλοιπη οικογένεια, η αντίληψη της ισοπέδωσης μοιάζει ξένη στην κουλτούρα μας – και αναποτελεσματική. Γνωρίζουμε ότι η κοινωνία δεν πάει μπροστά εάν κάποιοι δεν ξεχωρίζουν. Δεν τους βοηθάμε να διακριθούν αλλά τους αποθεώνουμε όταν τα καταφέρνουν. Στις περιπτώσεις πολλών Ελλήνων που διακρίθηκαν στο εξωτερικό, όμως, η δόξα τους στην Ελλάδα διαρκεί μόνο έως την ώρα που θα βρεθούν τυλιγμένοι στα πλοκάμια της ελληνικής πραγματικότητας. Αυτή δεν είναι άλλη από την επίμονη προσπάθεια οι «εισακτέοι» να «κλαδευτούν» ή να απορριφθούν από το σύστημα. Επειδή αυτός που μπορεί να σταθεί με τους καλύτερους στο εξωτερικό δεν θα χρωστάει τίποτα στα βολεμένα συστήματα εδώ και έτσι θα αποτελεί απειλή – απειλή όχι μόνο για το καθεστώς, αλλά για τη νοοτροπία που επιτρέπει την επικράτηση τέτοιου καθεστώτος.

Οπως ο φόβος παράγει τον φθόνο, έτσι και ο φθόνος προκαλεί αισθήματα φόβου και οδηγεί στην ελάχιστη προσπάθεια. Αυτοί που φθονούν τους επιτυχημένους δεν μπαίνουν στον κόπο να κάνουν οι ίδιοι την προσπάθεια, να ανταγωνιστούν και να διακριθούν. Προτιμούν να κρίνουν τους άλλους εκ του ασφαλούς και, φοβισμένοι, να εμποδίσουν τη διάκριση άλλων. Δεν γνωρίζουν αυτό που είπε ένας διακεκριμένος επιστήμονας, ο αείμνηστος Δημήτρης Τριχόπουλος: αυτό που κάνει τους ανθρώπους να ξεχωρίζουν είναι πόσο θέλουν κάτι, ότι οι διαφορές μεταξύ τους είναι μικρές. «Νομίζω ότι η προσπάθεια, η αντοχή και η αφοσίωση σε αυτό που κάνεις μετράει περισσότερο», είπε σε μια τηλεοπτική συνέντευξη. «Αυτά είναι συνιστώσες στη δημιουργία».

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.