Το «καμπανάκι» για τέσσερις μεταρρυθμίσεις – «κλειδιά» που πρέπει να πραγματοποιηθούν άμεσα στη Δημόσια διοίκηση κρούει ο καθηγητής Παναγιώτης Λιαργκόβας, για την μετάβαση σε έναν πιο σύγχρονο, λειτουργικό και αξιόπιστο δημόσιο τομέα.

Την ώρα που η Ελλάδα εξακολουθεί να σημειώνει πολύ φτωχές επιδόσεις στους παγκόσμιους δείκτες αναφορικά με το Δημόσιο,

  • η ολοκλήρωση της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων,
  • η στοχοθεσία,
  • η αποκομματικοποίηση και
  • η σύνταξη των οργανογραμμάτων και περιγραμμάτων θέσεων

είναι μερικά από τα σημεία που ο καθηγητής στην έδρα Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και πρώην συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, βλέπει ως επιτακτική ανάγκη να προχωρήσουν.

Μιλώντας στο real.gr επισημαίνει ότι «οι μεταρρυθμίσεις αυτές, όπως είναι γραμμένες στο Μνημόνιο -και όπως θα έπρεπε να γίνουν ακόμη και εάν δεν ήταν μνημονιακή υποχρέωση- καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων».

Ειδικότερα μας εξηγεί ότι: «Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να προχωρήσει με ουσιαστικό τρόπο. Η αναστολή της, που δρομολογείται δεν είναι καλό σημάδι». Την ίδια στιγμή επισημαίνει ότι είναι απαραίτητο να υλοποιηθεί σε όλο το Δημόσιο η σύνταξη των οργανογραμμάτων και των περιγραμμάτων θέσεων. «Προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι με τροπολογία αποσυνδέεται η κινητικότητα στο Δημόσιο από την προηγούμενη σύνταξη αυτών των οργανογραμμάτων και περιγραμμάτων», σχολιάζει.

Παράλληλα στο πλαίσιο εξυγίανσης του δημοσίου αναφέρει ότι είναι ανάγκη να υπάρξει προγραμματισμός δράσεων σε κάθε υπηρεσία με βάση τη στοχοθεσία, καθώς και δημιουργία μισθολογικών κινήτρων για την επίτευξή της.

Σημαντική βαρύτητα δίνει στην αποκομματικοποίηση του Δημοσίου που όπως υπογραμμίζει «δεν πρέπει να μείνει κενό γράμμα». «Η διαδικασία επιλογής Διοικητικών και Τομεακών Γραμματέων έχει κάνει μια στρεβλή εκκίνηση, αφού τα απαιτούμενα προσόντα δείχνουν να έχουν προσαρμοσθεί όχι στις ανάγκες της θέσης αλλά στα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που ήδη τις κατέχουν ή επιθυμούν να τις καταλάβουν», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Η ένδεια της Ελλάδας στο δημόσιο τομέα αναδεικνύεται από τη διπλωματική διατριβή «Ο Δημόσιος Τομέας στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια Ποσοτική και Ποιοτική Σύγκριση» του Κωνσταντίνου Θ. Τσούτσουρα που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στην Οργάνωση και Διοίκηση Δημοσίων υπηρεσιών, Δημοσίων οργανισμών και Επιχειρήσεων με επιβλέποντα τον καθηγητή Παναγιώτη Λιαργκόβα και συνδρομή του συνεργάτη του Χρήστου Παπαγεωργίου. Μεταξύ άλλων η μελέτη αναδεικνύει ότι οι Έλληνες δεν είναι καθόλου ικανοποιημένοι τα τελευταία χρόνια από την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, της υγείας της εκπαίδευσης, την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης και του βαθμού ανεξαρτησίας της από πολιτικές πιέσεις, την ποιότητα της πολιτικής τη διατύπωση και την εφαρμογή της, καθώς και την αξιοπιστία της δέσμευσης της κυβέρνησης στις αναγγελλόμενες πολιτικές.

Επίσης φαίνεται ότι δεν ευθύνονται τα υψηλά ποσοστά πληθυσμού που εργάζονται στο δημόσιο τομέα για την αναποτελεσματικότητά του αλλά το ευρύτερο κομμάτι της διαχείρισης καθώς κράτη με γνωστή υψηλή ποιότητα του Δημοσίου τομέα τους, όπως η Δανία, η Νορβηγία, η Σουηδία και η Φινλανδία έχουν επίσης υψηλά ποσοστά πληθυσμού που εργάζεται στο Δημόσιο Τομέα αλλά πιο ορθολογική κατανομή και λειτουργικότητα.

Κληθείς να σχολιάσει τη συγκεκριμένη έρευνα ο κ. Λιαργκόβας τονίζει ότι «η μελέτη πραγματοποιεί μια ανατομία της λειτουργίας του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταρχάς φανερώνει τις φτωχές επιδόσεις της Ελλάδας σε μια σειρά από δείκτες, όπως π.χ. ο Δείκτης Αποτελεσματικότητας της Κυβέρνησης, το Ποσοστό Εμπιστοσύνης Πολιτών προς την Κυβέρνηση, καθώς και τα Ποσοστά Ικανοποίησης των Πολιτών από τα Συστήματα Υγείας και Εκπαίδευσης. Οι επιδόσεις αυτές είναι ενισχυτικές της άποψης ότι κράτη με υψηλές τιμές των δεικτών διακυβέρνησης έχουν ως επακόλουθο υψηλότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ. Δηλαδή, η μελέτη αυτή επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι υπάρχει θετική σχέση μεταξύ δημόσιου τομέα – διακυβέρνησης και ύψους του κατά κεφαλή ΑΕΠ, θεωρώντας ότι ένας δημόσιος τομέας ο οποίος λειτουργεί στο πλαίσιο μίας ορθολογικής διακυβέρνησης, συνεπάγεται την συνύπαρξη ενός γενικότερου ευνοϊκού κλίματος για την επίτευξη υψηλότερου κατά κεφαλή εισοδήματος στη χώρα. Για να φτάσουμε όμως να έχουμε ποιοτική διακυβέρνηση, είναι απαραίτητο να γίνονται μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Διοίκηση. Δεν φτάνει να γίνονται μόνο στα χαρτιά ή μόνο επιφανειακά».

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.