Του Νίκου Κωνσταντάρα από την Καθημερινή_

Ε​​άν κάποιος ήθελε να απαξιώσει ό,τι καλό διαθέτει μια χώρα σε φυσικό και ανθρώπινο δυναμικό, να υποτιμήσει το παρελθόν, να δυσκολέψει το παρόν και να υπονομεύσει το μέλλον, θα μπορούσε να μάθει πολλά από την Ελλάδα. Εδώ θα έβλεπε το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης συνωμοσίας εναντίον της χώρας. Ευτυχώς, οι Ελληνες είναι μαχητές, αντιστέκονται όσο μπορούν. Γι’ αυτό η Ελλάδα παραμένει όμορφη, με ωραίους, γενναιόδωρους ανθρώπους, με παιδιά ικανά και ελπιδοφόρα. Οι «εχθροί», όμως, κρατούν τους πολίτες σε ομηρία, εμποδίζοντάς τους να αναπτύξουν τα ταλέντα τους, να βελτιώσουν τη χώρα και την κοινωνία.

Είναι γνωστό ότι από την ίδρυση του ελληνικού κράτους οι Ελληνες τελούν υπό ξένη κηδεμονία. Τελευταίως, ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι θα μπορούσαμε να λειτουργήσουμε ως ανεξάρτητη χώρα, χωρίς πάτρωνες. Και ξαφνικά βρεθήκαμε πάλι υπό αυστηρή επιτήρηση. Λογικό, λοιπόν, να διαμαρτυρόμαστε ότι για όλα τα στραβά ευθύνονται οι ξένοι, οι οποίοι προφανώς θέλουν να μας πάρουν τα πλούτη και να μας κρατούν αδύναμους. Εμείς σίγουρα δεν κερδίζουμε από την πολιτική και οικονομική ανασφάλεια, την απρόβλεπτη και υπερβολική φορολόγηση, τη δυσπιστία στις επενδύσεις, τη δυσλειτουργική Δικαιοσύνη, την ταλαιπωρημένη εκπαίδευση.

Οι μόνοι ωφελημένοι είναι ντόπιοι αετονύχηδες που ξέρουν πώς να εκμεταλλευθούν την κατάσταση, και άλλες χώρες. Οταν οι επενδύσεις απουσιάζουν και το κύριο «θέλγητρο» της χώρας είναι ότι ως τουριστικός προορισμός παραμένει ασφαλής σε ταραγμένη περιοχή, είναι σαφές ότι δεν δημιουργείται καμία υπεραξία, δεν εδραιώνονται βάσεις για το μέλλον. Οι επενδύσεις πηγαίνουν αλλού και η Ελλάδα πέφτει όλο και πιο πίσω από τους ανταγωνιστές της. Στον φετινό κατάλογο Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας, η χώρα μας βρίσκεται στην 67η θέση, από την 61η πέρυσι (και παλαιότερα την 60ή και 58η). Δεν είναι δυνατόν, μετά επτά χρόνια κρίσης και τρία μνημόνια, να παραμένει τόσο δύσκολο να στήσει κανείς επιχείρηση στην Ελλάδα. Κι όμως, υπάρχει σθεναρή αντίσταση: η φορολόγηση και οι εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία είναι πολύ πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε., η απονομή δικαιοσύνης καθυστερεί, αλληλοσυγκρουόμενοι νόμοι και εγκύκλιοι, καθώς και η γραφειοκρατία, ενθαρρύνουν τη διαφθορά και διώχνουν επιχειρήσεις.

Προφανώς, άλλες χώρες κερδίζουν και σε άλλον τομέα: όπως όταν χιλιάδες Ελληνες γιατροί και άλλοι επιστήμονες μεταναστεύουν σε αναζήτηση καλύτερης ζωής. Γιατί, λοιπόν, να μην πιστεύουμε ότι κάποιοι ξένοι θέλουν να συντηρούν το μη παραγωγικό καθεστώς στην Ελλάδα; Παλαιότερα, μας δάνειζαν χρήματα, τώρα μας λεηλατούν τον ανθρώπινο πλούτο (και αργότερα ίσως «τα πετρέλαια», σύμφωνα με το αγαπημένο παραμύθι συνωμοσιολόγων). Οι εταίροι δεν έπαψαν να μας δανείζουν, αλλά τώρα τα χρήματα είναι των ψηφοφόρων τους και όχι των τραπεζών – και συνδέονται με σκληρούς όρους.

Μεταξύ των όρων που τέθηκαν στα μνημόνια είναι η βελτίωση της απονομής δικαιοσύνης (με ιδιαίτερη έμφαση στο δίκαιο επιχειρήσεων και φορολογικά ζητήματα). Και όμως, επτά χρόνια αργότερα, τα προβλήματα παραμένουν άλυτα. Επίσης, τα μνημόνια δεν απαιτούσαν υπερβολική φορολόγηση ώστε να εξοντωθεί η μεσαία τάξη, δεν απαιτούσαν επιστροφή στο παρελθόν στα πανεπιστήμια ούτε την καθίδρυση Βατικανού της Αναρχίας στο κέντρο της Αθήνας. Τα μνημόνια δεν θέσπισαν παράνομες χωματερές σε όλη την επικράτεια, ούτε εμπόδισαν θέρετρα να χτίζουν μονάδες βιολογικού καθαρισμού αντί να ρίχνουν τα λύματά τους στη θάλασσα. Τα μνημόνια απαιτούσαν αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση, αλλά και εκεί αντισταθήκαμε με επαναστατικό ζήλο.

Μόνοι μας πληγώνουμε τη χώρα και υπονομεύουμε το μέλλον μας. Η ατυχία είναι ότι η ξένη κηδεμονία (η οποία ασφαλώς είναι μια θλιβερή ιστορία) πάντα λειτουργούσε σαν άλλοθι για τις δικές μας αδυναμίες. Ακόμη αναζητούμε πάτρωνες –δείτε Τσίπρα με Τραμπ– για να μας λύσουν τα προβλήματα, για να φταίνε όταν αποτυγχάνουμε. Να μάθουμε τι φταίει πραγματικά για το κακό μας ριζικό δεν μας απασχολεί τόσο.

Leave a Reply