Στο ποσό των 16,1 δις ευρώ ή 9,2% του Ελληνικού ΑΕΠ εκτιμάται η συνολική συνεισφορά της επιβατηγού ναυτιλίας το 2016, σύμφωνα με νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για την πορεία του κλάδου και τη σημαντική συμβολή του στην Ελληνική οικονομία. Σε όρους απασχόλησης, η συνολική συνεισφορά του κλάδου διαμορφώθηκε σε 349.000 θέσεις εργασίας (ή 9,7% της συνολικής απασχόλησης).

Αναλυτικά, σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ:

Οι μεταβολές στο εξωτερικό περιβάλλον την τελευταία διετία ευνόησαν τον κλάδο της επιβατηγού ναυτιλίας. Ως αποτέλεσμα, η ζήτηση ακτοπλοϊκών υπηρεσιών ανέκαμψε σταδιακά έπειτα από την υποχώρηση των προηγούμενων ετών. Η ενίσχυση των αφίξεων από το εξωτερικό και η διαφαινόμενη ανάκαμψη της Ελληνικής οικονομίας δημιουργούν θετικές προοπτικές για την ανάπτυξη του κλάδου τα επόμενα έτη, ωστόσο ανησυχίες προκαλεί η αύξηση των τιμών των ναυτιλιακών καυσίμων. Επιπλέον, οι υποβαθμισμένες λιμενικές υποδομές και η υψηλή φορολογία επηρεάζουν αρνητικά τη δραστηριότητα του κλάδου.

Η Ελληνική επιβατηγός ναυτιλία παραμένει μια από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, καθώς μέσω αυτής πραγματοποιείται το 17% της θαλάσσιας επιβατικής κίνησης στο σύνολο της ΕΕ. Στην Ελλάδα παρατηρείται ο μεγαλύτερος αριθμός λιμένων μεταξύ των χωρών της ΕΕ από τα οποία εκτελούνται θαλάσσιες συγκοινωνίες (145), ενώ ο Πειραιάς αποτελεί το μεγαλύτερο σε επιβατική κίνηση λιμάνι της ΕΕ (7,9 εκατ. επιβάτες το 2015). Επομένως, ο κλάδος έχει αυξημένη σημασία για την οικονομία της Ελλάδας, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, στηρίζοντας καταλυτικά τον τουρισμό και την οικονομική δραστηριότητα στις νησιωτικές περιοχές της χώρας.

Ο κλάδος της επιβατηγού ναυτιλίας συνεισφέρει σημαντικά και στην ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας, μέσα από το μεταφορικό έργο στις γραμμές της Αδριατικής θάλασσας. Εκτιμάται ότι η αξία των εμπορευμάτων που διοχετεύτηκαν στο εξωτερικό από τα λιμάνια Πατρών και Ηγουμενίτσας ξεπέρασε τα 1,4 δις ευρώ το 2016. Αυτά τα δύο λιμάνια κατατάσσονται στην 2η και 3η θέση αντίστοιχα στην Ελλάδα, μετά το λιμάνι του Πειραιά, σε όρους όγκου εμπορευματικής κίνησης εξωτερικού (εξαιρουμένων των καυσίμων και του ξηρού φορτίου).

Στις εσωτερικές ακτοπλοϊκές γραμμές σημειώθηκε το 2016 άνοδος κατά 1,6% στους επιβάτες, με την αύξηση να είναι σημαντικά υψηλότερη στα οχήματα (13%). Ωστόσο, σε σχέση με το 2009 η επιβατική κίνηση έχει υποχωρήσει κατά 16%. Αντίστοιχα, στις γραμμές της Αδριατικής η επιβατική κίνηση από τα λιμάνια της χώρας διαμορφώθηκε το 2016 σε περίπου 1,5 εκατ. επιβάτες, ελαφρώς υψηλότερα σε σχέση με το 2012 και το 2013, αλλά κατά περίπου 33% χαμηλότερα σε σχέση με το 2009.

Στη μελέτη του ΙΟΒΕ εκτιμάται ότι η ζήτηση για ακτοπλοϊκές μεταφορές στις εσωτερικές γραμμές συνεισέφερε το 2016 περίπου 2,3 δις ευρώ στο ΑΕΠ της χώρας, στηρίζοντας 349.000 θέσεις εργασίας στην Ελληνική οικονομία. Αν ληφθούν υπόψη και οι καταλυτικές επιδράσεις που συνδέονται με τον τουρισμό, την ανάπτυξη του πρωτογενή και μεταποιητικού τομέα στις νησιωτικές περιφέρειες της χώρας και το εξαγωγικό εμπόριο που πραγματοποιείται από τα λιμάνια Πατρών και Ηγουμενίτσας, η συνολική συνεισφορά της επιβατηγού ναυτιλίας εκτιμάται, σε όρους ΑΕΠ, σε 16,1 δις ευρώ ή 9,2% του συνολικού ΑΕΠ της χώρας το 2016. Σε όρους απασχόλησης, η συνολική συνεισφορά του κλάδου διαμορφώθηκε στο 9,7% της συνολικής απασχόλησης.

Leave a Reply