Στον πάλαι ποτέ τόπο των λεπρών, τη Σπιναλόγκα και την ιστορία της βρέθηκε το βρετανικό δίκτυο, BBC, σε ένα οδοιπορικό που αποκαλύπτει μυστικά και ιστορίες από το μικρό νησάκι απέναντι από το χωριό Πλάκα, στην Ελούντα της Κρήτης.

«Αυτό το μικρό νησάκι στον Κόλπο Μιραμπέλου στέκεται σκιερό και κατασκότεινο σαν να το έβαψε κανείς με κάρβουνο, ενώ η χερσόνησος της Σπιναλόγκα περιστρέφεται γύρω από το νησί όπως η ουρά μίας γάτας που κοιμάται», περιγράφει η αρθρογράφος στην πρώτη της εντύπωση από το νησί.

Το BBC, κάνοντας μία μικρή ιστορική αναδρομή, αναφέρει ότι βραχώδες νησάκι υπηρέτησε ως στρατιωτικό οχυρό κατά τη διάρκεια του Ενετικού (και αργότερα Οθωμανικού) ζυγού. Μία μεσαιωνική ακρόπολη μαρτυρά αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας του νησιού. Το 1904, αφότου οι Κρητικοί εκδίωξαν τους Οθωμανούς από τη Σπιναλόγκα, το νησάκι μετατράπηκε σε λεπροκομείο, όπου μέχρι το 1913, οπότε και η Κρήτη ενώθηκε με την Ελλάδα, στέλνονταν όσοι έπασχαν από την ασθένεια. Στο απόγειό της το νησί μετρούσε σχεδόν 400 κατοίκους.

Η λέπρα, η οποία προκαλούσε ουλές και παραμορφώσεις στο δέρμα, καθώς και βλάβες στα νεύρα, ήταν και ένα μεγάλο κοινωνικό στίγμα για τους ασθενείς. Οι λεπροί στιγματίζονταν από τις οικογένειές τους, την κοινωνία, ακόμη και τους γιατρούς. Από τη στιγμή της διάγνωσης, κατάσχονταν τα σπίτια τους και οι οικονομικοί τους λογαριασμοί, έχαναν το δικαίωμα της ιθαγένειάς τους, ενώ ανακαλούνταν οι ταυτότητές τους.

Στη συνέχεια στέλνονταν στη Σπιναλόγκα, όπου ποτέ δεν λάμβαναν θεραπεία για την αρρώστεια. Ο μόνος γιατρός που έφτανε στο νησί έκανε τη διαδρομή από την Πλάκα, μόνο αν κάποιος προσβαλλόταν από κάποια άλλη ασθένεια. Παρόλο που βρέθηκε θεραπεία για τη λέπρα στις αρχές του 1940, η Ελλάδα κράτησε το λεπροκομείο σε λειτουργία μέχρι το 1957.

Μόνο αφότου ένας Βρετανός εμπειρογνώμονας επισκέφθηκε το νησί και συνέταξε μία καταδικαστική αναφορά, καταγγέλοντας τον γιατρό του νησιού και το κράτος για ελλιπή ιατρικής περίθαλψης και άθλιες συνθήκες διαβίωσεης νοσηλείας, η κυβέρνηση έκλεισε τη Σπιναλόγκα.

Το «Νησί» έσπασε χρόνια σιωπής

«Μόλις διάβασα το best seller της Βικτόρια Χίσλοπ “Το νησί”, ένα μελοδραματικό μυθιστόρημα για οικογενειακά μυστικά, προδοσίες και ερωτικές ιστορίες στην κοινότητα των λεπρών, επέστρεψα για να μάθω ποια πραγματικά ήταν η ζωή των ανθρώπων που εξορίζονταν στη Σπιναλόγκα», αναφέρει η αρθρογράφος.

Για δεκαετίες μετά το κλείσιμο της Σπιναλόγκα, λίγα ήταν γνωστά για το νησί. Η κυβέρνηση, προκειμένου να σβήσει κάθε ίχνος για την ύπαξη της αποικίας, έκαψε όλα τα αρχεία της. Αλλά και όσο επιβίωσαν από την ασθένεια αρνήθηκαν να μιλήσουν για την εμπειρία τους. Για πολλά χρόνια η Σπιναλόγκα ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Αλλά το μυθιστόρημα της Χίσλοπ, μαζί με την τηλεοπτική μεταφορά του, άλλαξαν όλα αυτά. Έτσι έγινε γνωστό το ηλιόλουστο χωριό με τα βενετσιάνικα πέτρινα σπίτια και τα υπόλοιπα ερείπια μιας διαφορετικής εποχής. Ξαφνικά, οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για αυτό, όλοι πια είχαν κάτι να πουν.

«Το κράτος, στην προσπάθειά του να σβήσει τη ρετσινιά, ήθελε να καταστρέψει κάθε ίχνος της αποικίας των λεπρών. Όμως τη δεκαετία του ’80 συνειδητοποίησαν ότι οι τουρίστες έρχονταν για έναν συγκεκριμένο σκοπό εκεί: για να επισκεφθούν την αποικία των λεπρών», ανέφερε ο Μορίς Μπορν, ένας εθνολόγος και συγγραφέας «Οι ζωές και οι θάνατοι των Κρητικών λεπρών» που συνόδευσε την αποστολή του BBC στη Σπιναλόγκα.

Κάτω από μία άλλη αψίδα περνά ο λεγόμενος εμπορικός δρόμος, μία σκιερή λωρίδα με καταστήματα, ένα καφενείο και ένα μικρό σχολείο. Η μία πλευρά του έχει αποκατασταθεί για τουριστικούς σκοπούς. Όχι πολύ μακριά από εκεί, στέκεται ακόμη ένα πέτρινο κτίριο που φιλοξενεί τον αποτεφρωτήρα, όπου καίγονταν τα μολυσμένα ρούχα.

Ο συγγραφέας συνέχισε να αποκαλύπτει λεπτομέρειες της ζωής στο νησί. «Πριν τη δεκαετία του ’30 οι κάτοικοι της Σπιναλόγκας ζούσαν σε μία «ξέφρενη κατάσταση εγωισμού, σκεπτόμενοι μόνο την επιβίωση. Κανείς δεν φρόντιζε τον άλλον, ο παπάς δυσκολευόταν να βρει ανθρώπους να τον βοηθήσουν για να θάψει τους νεκρούς», αναφέρει.

Η Αδελφότητα που βελτίωσε τη ζωή τους

Μέχρι που έφτασε εκεί ο Ρεμουνδάκης και δημιούργησε την Αδελφότητα των Ασθενών της Σπιναλόγκα, μία κοινότητα αφιερωμένη στην βελτίωση των συνθηκών στο νησί, κάτι που άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Η ομάδα πίεσε την τότε ελληνική κυβέρνηση για το δικαίωμα στο γάμο και τη λειτουργία επιχειρήσεων.

«Μέχρι τη σύσταση της Αδελφότητας όλα όσα υπολογίζονταν ήταν το φαγητό, ο τζόγος και η ρακί. Όμως η Αδελφότητα δούλεψε για να εγκαθιδρύσει την τάξη και μία καλύτερη ποιότητα ζωής στο νησί. Διοργανώθηκαν συναυλίες από κατοίκους με ταλέντο στη μουσική, ορισμένοι δώρισαν και ένα κασετόφωνο, το οποίο φυλάχθηκε σε ένα από τα καφενεία. Ένας από τους πιο σημαντικούς κανόνες της Αδελφότητας ήταν να απαγορεύσουν τους καθρέφτες. Κανείς δεν θα ήθελε να δει τον εαυτό του. Όμως ήταν αδύνατον να μην παρατηρήσει κανείς τις παραμορφώσεις που προκαλούσε η νόσος στους άλλους ασθενείς που ζούσαν δίπλα τους. Αναζητούσαν την απομόνωση ώστε να ξεφεύγουν από το πρόσωπο του άλλου

Το 1938 οι κάτοικοι πήραν την άδεια του κράτους για να καταστρέψουν μέρος του μεσαιωνικού τείχους και να καθαρίσουν το μονοπάτι στην περίμετρο του νησιού, ώστε να γίνεται προσβάσιμο και από αυτούς που είχε αφήσει ανάπηρους η ασθένεια. Το νέο μονοπάτι παρείχε στους εκτοπισμένους μία αίσθηση ελευθερίας.

«Όταν άρχισαν να έρχονται τουρίστες τη δεκαετία του ’80 πολλοί ήθελαν να επισκεφθούν το κοιμητήριο. Το 2013 τα οστά των λεπρών είχαν τοποθετηθεί σε ένα οστεοφυλάκιο δίπλα στο κοιμητήριο καλυμμένο από πλάκες σκυροδέματος», σημείωσε.

Το νησί ήταν ήσυχο και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο άνεμος και ο ήχος των κάποιων βενζινάκατων. Στην είσοδο του κοιμητηρίου μία μικρή πλάκα κάνει έκκλησει για το σεβασμό αυτών των ψυχών που τάφηκαν στη βραχώδη πλαγιά με θέα τη θάλασσα και των βουνών της Κρήτης, αναφέρει το BBC.

«Μπορεί να χρειάστηκαν δεκαετίες για να πει την ιστορία του, αλλά αυτοί που ποτέ δεν δραπέτευσαν από τη Σπιναλόγκα τελικά βρήκαν την ειρήνη…», καταλήγει το άρθρο.

Πηγή: protothema.gr

Leave a Reply