Πήραν τα μεγάλα στελέχη της Wall Street αυτό που του άξιζε μετά την κρίση, αναρωτιούνται οι Financial Times στο πλαίσιο αφιερώματος για την «επέτειο» των 10 χρόνων. «Όχι» είναι η απάντηση. Γιατί ο απολογισμός είναι απογοητευτικός. Η κρίση και ο λογαριασμός πέρασε στην επόμενη γενιά, ενώ κανένας ανώτατος αξιωματούχος της Wall Street δεν έχει καταδικαστεί!

Πρόσφατα συζητήσαμε το πώς η 9η Αυγούστου του 2007 και κάποιες ακόμη βασικές ημερομηνίες, απεικονίζουν σε συνδυασμό ένα συνοπτικό διάγραμμα του πώς συνέβη η χρηματοπιστωτική κρίση. Μία δεκαετία αργότερα, ακόμη δεν έχουμε ξεμπερδέψει με τον απόηχο του κραχ. Πόσο καλά ή άσχημα τα έχουμε πάει -και τι γίνεται με την ίδια τη χρηματοπιστωτική βιομηχανία, της οποίας η συμπεριφορά προκάλεσε την κρίση;

Για «εμάς», το κοινό, η απάντηση είναι «όχι καλά» και ακόμη χειρότερα απ’ ότι ήταν δυνατό. Κακές πολιτικές επιλογές, οι οποίες κατέστησαν την ανάκαμψη πιο αδύναμη και λιγότερο δίκαιη, έγιναν από πολιτικούς και φορείς χάραξης πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Βρετανία και στην Ευρωζώνη. Όπως επισημαίνει ο Simon Nixon σε ένα σημαντικό και διορατικό κείμενό του, μία από τις πρωταρχικές συνέπειες των κακών πολιτικών είναι η δραματική αύξηση της ανισότητας μεταξύ των γενεών.

Αυτό δεν οφείλεται τόσο σε κάποια συγκεκριμένη πολιτική, αλλά περισσότερο σε μια μεγάλη απόφαση στην αρχή της κρίσης, την οποία πήραν από κοινού οι περισσότερες χώρες, να αναγκάσουν τους υφιστάμενους και μελλοντικούς φορολογούμενους (σχετικά νέους εργαζόμενους) να σηκώσουν το κόστος της κρίσης, ταυτόχρονα θωρακίζοντας εκείνους με τη μεγαλύτερη αποταμίευση (κυρίως τους μεγαλύτερους σε ηλικία).

Κάτι όχι καλό, επομένως, για την ευρύτερη κοινωνία. Και τι γίνεται με εκείνους που έχουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης: τη χρηματοοικονομική βιομηχανία και τους ηγέτες της;

Τα δημοσιεύματα των Financial Times αυτή την περίοδο που κλείνουμε 10 χρόνια από την κρίση, παρουσιάζουν κάποιες συναρπαστικές πληροφορίες. Πάρτε πρώτα το θέμα των οικονομικών απολαβών. Η δημοσιογράφος Gillian Tett εμφανίζει αποδείξεις πως ιστορικά, το κατά πόσο οι τραπεζίτες πληρώνονται καλύτερα από άλλες κατηγορίες επαγγελματιών, συνδέεται στενά με το ρυθμιστικό καθεστώς. Όσο πιο χαλαροί είναι οι κανονισμοί, τόσο υψηλότερο είναι το premium που συγκεντρώνουν οι απολαβές των τραπεζιτών.

Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη: το επιχειρηματικό μοντέλο στα χρηματοοικονομικά, συνίσταται γενικά στο να εξασφαλίζουν τις καλύτερες από τις οικονομικές ροές που διαπερνούν την οικονομία. Είναι αναμενόμενο οι επαγγελματίες στον τομέα να είναι οικονομικά εύρωστοι όταν είναι μεγάλος ο όγκος και η συχνότητα των χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Ωστόσο αυτό διαμορφώνει μια διεστραμμένη σχέση μεταξύ των συμφερόντων του χρηματοοικονομικού τομέα και της κοινωνίας συνολικά. Μεγάλοι όγκοι και συχνές συναλλαγές -που συνήθως εκδηλώνοντας σε φούσκες πίστωσης και σε γρήγορη ανάπτυξη στην προσφορά χρήματος- είναι δυνατοί όταν χαλαρώνει η ρύθμιση.

Αλλά μια τέτοια χαλάρωση, καθώς και η αύξηση στην ίδια τη χρηματοοικονομική δραστηριότητα, είναι πιθανό να κάνει την αξιοποίηση οικονομικών πόρων πιο απερίσκεπτη και λιγότερο κοινωνικά αποδοτική. Επομένως οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι θα επωφεληθούν περισσότερο όταν προκαλέσουν περισσότερη ζημιά και επιβάλλουν μεγαλύτερο κίνδυνο στην οικονομία. Ουσιαστικά, ό,τι είναι καλό για τον χρηματοοικονομικό κλάδο, συχνά είναι κακό για την κοινωνία.

(Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στη στήλη Γνώμες-Απόψεις)

*Euro2day.gr

Leave a Reply